|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο basic παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: load
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| basic adj | (rudimentary, primary) | βασικός, στοιχειώδης επίθ |
| | He has a basic understanding of how a car works. |
| | Έχει μια βασική αντίληψη του πώς λειτουργεί το αυτοκίνητο. |
| basic adj | (essential, fundamental) | βασικός, θεμελιώδης επίθ |
| | Reading and writing are basic skills. |
| | Η ανάγνωση και η γραφή είναι βασικές ικανότητες. |
| basic adj | (chemistry: alkaline) (χημεία) | βασικός επίθ |
| | The liquid was basic, not acidic. |
| | Το υγρό ήταν βασικό, όχι όξινο. |
| the basics npl | (important principles or supplies) | τα βασικά περίφρ |
| | This guide explains the basics of digital photography. |
| | Αυτός ο οδηγός εξηγεί τα βασικά της ψηφιακής φωτογραφίας. |
| basic adj | (not luxurious) | βασικός επίθ |
| | The accommodation was basic, but at least it was clean. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| basic adj | US, pejorative, informal (having conventional style or taste) | απλός επίθ |
| | (καθομιλουμένη: μόδα) | βασικός επίθ |
| | People call Mari basic because of the clothes she buys, but she still loves her style. |
| BASIC n | (programming language) | BASIC ουσ θηλ άκλ |
| | BASIC was a popular programming language in the 1980's. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|